Η λουίζα είναι ένα αρωματικό φυτό, ευρέως καλλιεργούμενο στη Μεσόγειο, το οποίο παραδοσιακά καταναλώνεται ως αφέψημα για τη θεραπεία της γρίπης και του κρυολογήματος, την αντιμετώπιση του πυρετού, την ανακούφιση από γαστρεντερικές ενοχλήσεις, όπως δυσπεψία, διάρροια και άλλα πεπτικά προβλήματα, αλλά και την αντιμετώπιση του άγχους και της αϋπνίας.
-Τα φύλλα της λουίζας βρέθηκαν να είναι πλούσια σε πολυφαινόλες, φυσικές ενώσεις που θεωρούνται υπεύθυνες για την αντι-οξειδωτική της δράση και προστασία έναντι του οξειδωτικού στρες και των επιπτώσεων αυτού.
-Η λουίζα θεωρείται καλή διατροφική πηγή αμινοξέων, βιταμίνης C και καροτενοειδών.
-Τα συστατικά της λουίζας μειώνουν την οξειδωτική βλάβη των κυττάρων και τα σημάδια μυϊκής βλάβης και φλεγμονής, ενισχύουν τη δραστηριότητα των αντι-οξειδωτικών ενζύμων, επιφέροντας παράλληλα αναλγητική δράση μειώνοντας τον μυϊκό πόνο.
-Παράλληλα, η λουίζα μπορεί να συμβάλλει στη μείωση δεικτών φλεγμονής και προφλεγμονωδών κυτοκινών, επιφέροντας ευεργετικές επιδράσεις ανακουφίζοντας από τα συμπτώματα διάφορων φλεγμονωδών καταστάσεων και παθήσεων που σχετίζονται με το οξειδωτικό στρες, όπως της πολλαπλής σκλήρυσνης, της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, καρδιαγγειακών νοσημάτων, της ιδιοπαθούς εντερικής νόσου κ.ά.
-Μία ακόμη ιδιότητα της λουίζας είναι και η αντιμικροβιακή της δράση. Θεωρείται μάλιστα ένας πιθανός αντιμικροβιακός παράγοντας, καθώς ασκεί και αντιβακτηριακή και αντιμυκητιακή δράση έναντι μικροοργανισμών, όπως ο σταφυλόκοκκος (Staphylococcus aureus), η κάντιντα (Candida albicans), αλλά και ο εντερόκοκκος (Escherichia coli).
-Η λουίζα έχει προταθεί και ως ένα φυσικό χαλαρωτικό με αγχολυτική και ηρεμιστική δράση. Φαίνεται πως συμβάλλει στη χαλάρωση, την αποβολή του άγχους, στην αντιμετώπιση της αϋπνίας και στη βελτίωση της ποιότητας του ύπνου.
-Βρέθηκε μάλιστα πως το εκχύλισμα λουίζας βοηθά στην αύξηση των επιπέδων μελατονίνης, γνωστής και ως ορμόνης του ύπνου, η οποία συντίθεται στον εγκέφαλο καθορίζοντας τον φυσιολογικό κύκλο του ύπνου.
-Ένας πιθανός μηχανισμός δράσης της λουίζας, αποτελεί η επιρροή της στο σύστημα GABA, αυξάνοντας την απελευθέρωση του γ-αμινοβουτυρικού οξέος. Το γ-αμινοβουτυρικό οξύ, γνωστό ως GABA (gamma‐aminobutyric acid), είναι ο κύριος ανασταλτικός νευροδιαβιβαστής του κεντρικού νευρικού συστήματος, που διεγείρει τον ύπνο, μειώνει τα επίπεδα κορτιζόλης και επιφέρει συναισθήματα χαλάρωσης.